Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Περί γνώσεως και πίστεως...

Με αφορμή ένα άρθρο της γνωστής και έγκυρης ιστοσελίδας της ΟΟΔΕ, γράφω τις παρακάτω σκέψεις ή καλύτερα διευκρινίσεις για το τι εστί γνώση και τι η πίστη ούτως ώστε να καταλάβω το κείμενο περισσότερο ή τουλάχιστον να αντιληφθώ που σφάλω τόσο πολύ και δεν μπορώ να κατανοήσω παρόμοια κείμενα.

Εν πρώτοις θα προσπαθήσω να κάνω έναν ετυμολογικό διαχωρισμό κάποιων εννοιών που μας φαίνονται δεδομένες αλλά κάποιες φορές δημιουργούν συγχύσεις και διάφορες παρανοήσεις. Ποια η διαφορά μεταξύ ενός αγνωστικιστή και ενός άθεου;

Η λέξη «αγνωστικιστής» προέρχεται καταφανώς από το «άγνωστος» γεγονός που ενίοτε μπερδεύει τις συζητήσεις που έχουν να κάνουν με τη γένεση του κόσμου. Ο λόγος είναι επειδή μπορεί εύκολα να γίνει η εξής παρερμηνεία του «αγνωστικιστή»:ήτοι, να συμπεράνουμε ότι έτσι λέγεται αυτός που δεν γνωρίζει για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού, που έχει δηλαδή άγνοια περί του θέματος.
Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο προφανώς όλοι θα ήμασταν αγνωστικιστές, και δεν θα υπήρχε λόγος να «διαχωρίζουμε» τη θέση μας από τους υπόλοιπους. Δεν συμβαίνει όμως αυτό.Κανείς βεβαίως δεν γνωρίζει με την αληθινή αντικειμενική σημασία της λέξεως εάν ο θεός υπάρχει ή όχι αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει στο να βγάλουμε συμπεράσματα επ’ αυτού, βάσει των ατομικών εμπειριών μας, των γνώσεων μας, του τρόπου ζωής μας, των σπουδών μας και πολλά άλλα.

Κάνοντας τις απαραίτητες αποσαφηνίσεις των όρων μπορούμε να διαπιστώσουμε ποια η διαφορά μεταξύ πίστης, γνώμης και γνώσης. Η γνώμη κατά τον Καντ έχει συνείδηση της ανεπάρκειας της τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά η πίστη αρκεί μόνο υποκειμενικά όχι αντικειμενικά και η γνώση η οποία αρκεί τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά.

Λοιπόν, ας εμβαθύνουμε στο κείμενο της ΟΟΔΕ για να καταλήξουμε σε κάποια λογικά συμπεράσματα και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε (κατά το δύναμιν) τον λόγο και το ύφος του κειμένου.

Κατ αρχήν, το άρθρο κρίνεται κατά εμέ δυσνόητο και τελείως άστοχο ή και αντιφατικό ενώ συγχέει ή και απορρίπτει βασικές ανθρώπινες συμπεριφορές…

Ο γράφων του κειμένου αρχικά εξετάζει την σημασία του προσώπου στη χριστιανική διδασκαλία η οποία σημειωτέον διαφέρει από την κοινή του ονομασία, περισσότερο έχει να κάνει με την προσωπική σχέση(προφανώς του θεού με έναν άνθρωπο).
Επειδή ευνόητα, στις προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων κυριαρχεί η έντονη αλληλεπίδραση των χαρακτήρων και των συμπεριφορών π.χ. σε ένα ζευγάρι οι ιδιότητες που φέρουν ατομικά ο καθένας παραβλέπονται αμοιβαίως και έτσι η σχέση διατηρεί μία αρμονία(πχ αν η αγάπη υπερβαίνει ακόμα και το γεγονός ότι ο/η σύντροφος είναι εγκληματίας, τότε η σχέση κρίνεται βαθιά προσωπική).

Κατά αυτόν τον τρόπο και επιχειρώντας ο συγγραφέας του κειμένου μία θα έλεγα αναλογία, θεωρεί πως η σχέση του Θεού με έναν άνθρωπο βασίζεται -όταν υπάρχει βέβαια αυτή- καθαρά στην ανωτέρω ειδική εξήγηση του «προσώπου».

Διαφωτιστικό το παρακάτω απόσπασμα από το κείμενο όπου μας δίνει με αναλογίες τη σχέση του Θεού ως Πατέρα με τα παιδιά του:

«Αυτή λοιπόν η προσωπική σχέση εν Χριστώ, που έχει δηλαδή ο Χριστός με τον Πατέρα, αυτή δίδεται και σ’ εμάς εν Χριστώ και μπορούμε να γνωρίσουμε ως υιοί του Θεού πλέον τον Θεό και να Τον καλέσουμε Πατέρα. Το ότι καλούμε τον Θεό: Πατέρα, πρέπει να ξέρετε, ότι προέρχεται απολύτως, εκατό τοις εκατό, από τη σχέση, από το δικαίωμα που παραχωρεί ο Χριστός στους μαθητάς του να ονομάζουν τον Θεό: Πατέρα…...»


Στο σημείο αυτό ιδιαίτερης σημασίας αποτελεί το ότι ο Χριστός έχει το ©copyright 0 έως 2α παρουσία να αποκαλεί τον Θεό Πατέρα του και απλά το παραχωρεί εις τους γνωρίζοντες του Παντοδύναμου με δικαίωμα χρήσης μόνο για μία φορά, απ τι ξέρω ,για περισσότερες λεπτομέρειες ανατρέξτε στο ΑΓ. Όρος.


Η συνέχεια του αποσπάσματος μας δίνει να καταλάβουμε τον στόχο της σκέψης του γράφοντος αναλυτικότερα και ακριβέστερα:

«..Το να καλέσεις τον Θεό: «Πατέρα», δεν είναι υπόθεση εμφύτου θρησκευτικότητας. Είναι θέμα προσωπικής σχέσεως, την οποία είχε μόνο ο Υιός, ο κατ’ εξοχήν Υιός ο Μονογενής. Δεν έχει άλλον Υιό ο Θεός για να τον καλεί «Πατέρα». Έναν Υιό έχει. Λοιπόν, αυτός ο Υιός μεταβιβάζει όχι δικανικά, αλλά με την ταύτισή του με μας, και με τη δική μας ταύτιση μαζί Του γινόμαστε υιοί του Θεού Πατρός και έτσι δημιουργείται αυτή η σχέση, και έτσι γνωρίζουμε τον Θεό. Τι θα πει: «Γνωρίζουμε τον Θεό»; Ως τι γνωρίζουμε τον Θεό; Ως καλό; Ως δυνατό; Όλα αυτά μπορούμε να τα πάρουμε εκτός Χριστού. Εκείνο που μας δίνει ο Χριστός ως ταυτότητα του Θεού, είναι ότι είναι «Πατήρ». Είναι δηλαδή ότι δημιουργεί μια σχέση προσωπική, μια υιική σχέση. Αυτή που έχει αιώνια με τον Υιό Του, την δίνει σε μας και έτσι γνωρίζουμε τον Πατέρα, τον Θεό ως Πατέρα. Αυτό είναι το βασικό περιεχόμενο της γνώσεως του Θεού….»

Πούθεν προκύπτει ότι υφίσταται γνώση με την αληθινή έννοια του όρου και μάλιστα με περιεχόμενο για το θέμα της ύπαρξης ή όχι του Θεου;
Ο κάθε άνθρωπος στον κόσμο αυτόν έχει έναν φυσικό ή τουλάχιστον αληθινό και μοναδικό πατέρα που γνωρίζει ή δύναται να γνωρίσει πραγματικά. Δεν υπάρχει γνώση αλλά μία πίστη στην ύπαρξη ενός «αόρατου» φίλου, είτε αυτός λέγεται Θεός ή κάτι άλλο, η φαντασία δίνει ατελείωτες λύσεις επί του θέματος.

Και εκ των πραγμάτων πολλοί άνθρωποι δύνανται και ψυχιατρικά να αισθάνονται απαραίτητη την παρουσία ενός προσώπου το οποίο ενδιαφέρεται γι αυτούς και έτσι να δημιουργείται ένας αόρατος δεσμός μεταξύ του φανταστικού προσώπου με το άτομο που το δίνει «υπόσταση» σε βαθμό που να προκαλεί έκπληξη σε όσους δεν έχουν ανάλογη εμπειρία και δεν χρειάζονται εν τέλει να διαθέτουν μία τέτοια συντροφιά, και όχι μόνο αυτό , αλλά σε αυτούς η παρουσία του κατά φαντασίαν προσώπου φαίνεται επιεικώς γελοία!

«….Μπορεί φυσικά στο διανοητικό επίπεδο να πεις ότι ο Θεός είναι Πατήρ του Υιού Του. Το γνωρίζω αυτό, το ξέρω από τη Βίβλο, από τη Δογματική, αλλά για να γνωρίσεις υπαρξιακά, να Τον Ταυτίσεις ως Πατέρα, πρέπει να είσαι εσύ υιός Του…»

Ουδέν σχόλιον.

Εν συνεχεία ο συγγραφέας του βαρύγδουπου κειμένου, προτάσσει ως κύριο χαρακτηριστικό στην ειδική σχέση του Θεού ως προσώπου, την Ελευθερία.

Η συλλογιστική του Θεολόγου ξεκινάει από το εξής:

«Ένα πράγμα δεν το γνωρίζω ελεύθερα ποτέ, ούτε εκείνο έχει την ελευθερία κατ’ αυτή την πραγμάτωση της γνώσεως, ούτε εγώ. Ούτε δηλαδή ο γνωρίζων ούτε το γνωριζόμενο ενεργούν εν ελευθερία. Μπορείτε να αγνοήσετε, να μην γνωρίσετε, αυτό το τραπέζι που είναι μπροστά σας ή εμένα που σας μιλώ; Όχι. Όποιος πει ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξή μου, πάει να πει ότι δεν είναι καλά. Κάτι δεν πάει καλά με το μυαλό του….»

Περιττό να αναφέρω ότι στο τέλος του αποσπάσματος έρχεται στα λόγια μου.

«…Θέλομε να πείσομε λογικά κάποιον ότι ο Θεός υπάρχει. Εάν τον πείσεις λογικά, η γνώση αυτή είναι καταναγκαστική. Όμως αναγκαστικά γνωρίζεις την ύπαρξη και του τραπεζιού ή οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου. Και ο Θεός γίνεται γι’ αυτούς ένα αντικείμενο γνώσεως υποχρεωτικό και για Εκείνον και για μας...Με αυτή τη μορφή γνωρίζουν τον Θεό όλοι οι άνθρωποι, οι δαίμονες και τα ζώα…..».


Στο σχολείο τα παιδάκια πάντως αναγκαστικώς μαθαίνουν τον Θεό στα Θρησκευτικά αλλά η εκκλησία ποτέ δεν μίλησε για την κατάργηση τους όπως επίσης εύλογο ερώτημα αποτελεί το για ποιο λόγο από την ίδρυσή του Χριστιανισμού, τον επέβαλαν οι ιεράρχες διά της βίας και μη στους «ειδωλολάτρες» ενώ ακόμη και στις ημέρες μας η ιδεολογική επιβολή συνεχίζεται αμείωτη…

Η υπερκείμενη φράση-με τα έντονα γράμματα- καταδεικνύει τον λόγο για τον οποίο οι επιστήμες συμβαδίζουν με τη Θρησκεία. Συμβάλει, μάλιστα στην ενίσχυση των επιχειρημάτων και επιστημονικών αποδείξεων περί της υψηλής ευφυΐας των ζώων και την κατάρριψη του μύθου ότι τα ζώα είναι χαζά.

Τα Λιοντάρια –σύμφωνα με τα τελευταία ευρήματα των ερευνητικών ομάδων- έχουν ιδρύσει προς μεγάλη έκπληξη όλων, την πρώτη τους Εκκλησία!! Ο χώρος είναι λιτός και μικρός αλλά και ιερός-το σεξ απαγορεύεται δια ροπάλου- ενώ οι κεντρικές εικόνες της Εκκλησίας απεικονίζουν τον Χριστό σε μορφή ενός επιβλητικού όμορφου αρσενικού-τριχωτού λιονταριού ενώ κάποιες παρακείμενες εικόνες απεικονίζουν μία λέαινα με μαντίλα να κρατά στην αγκαλιά της τον Σύμπα.
Τώρα, ο διάολος απεικονίζεται με τη μορφή μίας αισχρής, κακάσχημης και αποκρουστικής ύαινας , που της στάζει μάλιστα εκ του στόματος το σάλιο!

Για την ιστορία, αρκεί να αναφέρω ότι οι επιστήμονες κατέληξαν στον εντοπισμό της Λιονταρίσιας Εκκλησίας όταν είδαν ένα αρσενικό του είδους να σταματάει αίφνης καθώς περπατούσε και έψαχνε για τροφή, να στρέφει το βλέμμα του και τα μπροστινά του πόδια στον ουρανό και να παρακαλάει τον Πατέρα του να του δώσει ένα βουβάλι!!!

Επί του θέματος λοιπόν:

«. Η γνώση του προσώπου προϋποθέτει αποκάλυψη πάντοτε. Και εδώ είναι η έννοια της αποκαλύψεως. Τι θα πει αποκάλυψη του Θεού σαν βασικό στοιχείο; Θα πει ότι εν ελευθερία ο Θεός γνωρίζεται. Θέλει δηλαδή και δίδει τον εαυτό το…..»


Πως είναι δυνατόν ο Θεός να «θέλει»; Ο άνθρωπος θέλει όχι ο Θεός! Η ακατανόητη έννοια του Θεού προσπίπτει πάνω στον ανθρωπομορφισμό του και εκεί γίνεται πραγματικά της πουτάνας!

Το κείμενο κλείνει με αυτόν τον εντυπωσιακό τρόπο:

«Σε αγνοώ», σημαίνει κυριολεκτικά ότι δεν σε ξέρω, αλλά δεν είναι αυτό το βάρος της λέξεως. Όταν λέμε: «σε αγνοώ», σημαίνει ότι «δεν θέλω» να σε ξέρω. «Ουκ οίδα υμάς». Αυτό το φοβερό που λέγει ο Χριστός ότι θα πει σ’ ορισμένους ανθρώπους: «ουκ οίδα υμάς».


Είναι θέμα –για εσάς που δεν ξέρετε από Θεολογία- κέντρου βάρους της λέξεως «σε αγνοώ» αλλά και του κέντρου μάζας αυτής.

Συμπέρασμα:

Υπάρχει έστω ένας ευφυής άνθρωπος που να διαθέτει σε ότι αφορά την ύπαρξη του Θεού, μία γνώση που να επαρκεί τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά; Προφανώς όχι, αν υπήρχε θα έπρεπε να ήταν εις θέσιν να τη μεταδώσει σε κάθε αρκούντως ευφυή άνθρωπο…